καθημερινότητα < καθημερινός + ότητα // καθημερινότητα θηλυκό (δόκιμο κυρίως στον ενικό - το σύνολο των δραστηριοτήτων και συνηθειών που συνθέτουν μια συνηθισμένη μέρα - ο κινηματογράφος είναι μέρος της καθημερινότητάς μου - (αρνητικά) η συνήθεια πράξεων ή/και σκέψεων που εκτελεί (ή έχει) κανείς μηχανικά, αυτόματα, χωρίς να το συνειδητοποιεί, η ρουτίνα, η καθημερινή επανάληψη πράξεων χωρίς ενδιαφέρον που οδηγεί στη φθορά - με έχει κουράσει πια η καθημερινότητα, θέλω να φύγω μακριά * από το: http://el.wiktionary.org/wiki
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η εξουσία χαρίζει τα αγαθά της μόνο σε όσους επιθυμούν να την υπηρετήσουν". Μιχ. Σπέγγος "Η εξομολόγηση ενός πυρην. φυσικού".
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Η καθημερινότητα για ένα καρβέλι ψωμί


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου